ἰδιώτης


ἰδιώτης
ὁ ἰδιώτης, ου ['обыватель'] 1. отдельный человек сам по себе; человек, не имеющий общественного лица; 2. неспециалист

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἰδιώτης" в других словарях:

  • ἰδιώτης — private person masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιδιώτης — ο, θηλ. ιδιώτις (ΑΜ ἰδιώτης, θηλ. ἰδιῶτις) 1. ο απλός πολίτης σε αντιδιαστολή με τους στρατιωτικούς ή με τα όργανα τής τάξης ή άλλους κρατικούς λειτουργούς (α. «ο αστυνομικός συνεπλάκη με δύο ιδιώτες» β. «ξυμφέροντα πόλεσι καί ἰδιώταις», Θουκ.) 2 …   Dictionary of Greek

  • ιδιώτης — ο 1. απλός πολίτης, αυτός που δεν κατέχει δημόσια αξιώματα: Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του ως απλός ιδιώτης. – Οι μηνύσεις υποβλήθηκαν από ιδιώτες. 2. αυτός που πάσχει από ιδιωτεία (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιδιώτης — [идиотис] ουσ. а. частное, неофициальное лицо …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἰδιῶτα — ἰδιώτης private person masc voc sg ἰδιώτης private person masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτέων — ἰδιώτης private person masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτῶν — ἰδιώτης private person masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιώταις — ἰδιώτης private person masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιώτην — ἰδιώτης private person masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιώτου — ἰδιώτης private person masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιώτῃ — ἰδιώτης private person masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)